Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Είδα κάποιον...άγνωστο

Τραγουδούσα, γελούσα, περπατούσα χορεύοντας στα σοκάκια του Ηρακλείου αφού είχα παρέα όλα εκείνα τα αναρίθμητα συναισθήματα που συνοδεύουν την ανεμελιά και την ελευθερία που όλοι έχουμε,(τουλάχιστον έτσι πίστευα)...
Σκόνταψα μα δεν με πείραξε υποθέτω, άρχισα να γελάω.

Μα καθώς σήκωσα το κεφάλι μου αντίκρισα κάποιον, κάποιον άγνωστο σε εμένα,
όλα εκείνα που ένιωθα μετατράπηκαν αστραπιαία σε ένα χείμαρρο συναισθημάτων
- που ήταν δύσκολο να νιώσεις και να καταλάβεις πως ήταν πραγματικά-με πλημμύρισαν οι τύψεις, με κυρίευσε η θλίψη.
Λίγα μέτρα μακριά μου βρισκόταν κάποιος που για μια στιγμή ευχόμουν να του είχε συμβεί αυτό ακριβώς που συνέβη σε εμένα-προφανώς θα ήταν πιο όμορφο, θα είχε πλάκα.

Τον είδα στο έδαφος πεσμένο, τον είδα να τρώει, τον είδα να μαζεύει με τα κουρασμένα του χέρια αυτό που πιθανότατα του είχε πέσει, αυτό που εμείς αποκαλούμε φαγητό, αυτό που πιστεύουμε πως ξέρουμε την πραγματική του σημασία, μα όχι, εμείς τίποτα δεν ξέρουμε. Στο μόνο που έχουμε επίγνωση είναι στους εαυτούς μας και μόνο, αυτό που αποκαλούμε εμείς εγωιστικότητα.

Είχα χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου καθώς τον κοίταζα, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του-προς ανακούφιση μου εκείνος δεν με είχε προσέξει.
Ήταν μια εικόνα τόσο άγνωστη σε εμένα, μου προκαλούσε δέος.
Για κάποιο λόγο ένιωθα τόση ασήμαντη μπροστά του, ένιωθα ψεύτικη.
Οι σκέψεις κατέκλυζαν το μυαλό μου. Συλλογιζόμουν το πόσο ίδιοι είμαστε φαινομενικά- 2 άνθρωποι- και πόσο διαφορετικοί είμαστε πραγματικά- ένας άνθρωπος κι ένας απάνθρωπος.

Εγώ(εμείς) κι εκείνος.
Εγώ, που έχω ένα σπίτι ΄που νιώθω ζεστασιά.Εγώ, που καθημερινώς ξέρω πως στο σπίτι θα με περιμένει το ζεστό μου φαγητό.Εγώ που δεν μπορώ να βολευτώ με αυτά που ήδη έχω και ζητάω περισσότερα. Εγώ που έχω οικονομική άνεση.  Εγώ που καθημερινώς νιώθω τις χαρές.Εγώ, που καθημερινώς νιώθω την ασφάλεια που μου παρέχουν, την φροντίδα.
Εμένα που μου λείπει η ανθρωπιά.
Εκείνος που δεν έχει καλά καλά ρούχα να ζεσταθεί. Εκείνος που καθημερινώς δέχεται τα γεμάτα φαρμάκι λόγια, την αδιαφορία κάθε περαστικού. Εκείνος, που κουβαλάει στις σακούλες του την μοναξιά, τη λύπη, τη θλίψη, την κατάθλιψη, ένα ασήκωτο βάρος για έναν άνθρωπο. Εκείνος που αναγκάζεται να συμφιλιωθεί με τους φόβους του. Εκείνος που μαθαίνει να εκτιμάει.

Η στιγμή έμοιαζε να διαρκούσε αιώνες.
<<Συγνώμη να περάσω;>> ρώτησε μια κυρία κομψή, περιποιημένη από την κορυφή ως τα νύχια, δεν παρατήρησα ούτε ένα ψεγάδι στα προφανώς πανάκριβα ρούχα της, τα κοσμήματα της-σίγουρα δεν ταίριαζε στο κλίμα.
Η σιωπή διαλύθηκε και οι σκέψεις μου ανακατεύτηκαν.
Σηκώθηκα όρθια επιτέλους, όμως συνειδητοποίησα πως δεν ήταν πια εκεί εκείνος ο άγνωστος. Είχε φύγει κι εγώ είχα μείνει να κοιτάζω το απέραντο κενό.
Άρχισα να περπατάω αργά με προσοχή να μην βρεθώ πάλι στο έδαφος.
Ήμουν μπερδεμένη.
Αυτό που μόλις είχα ζήσει ήταν τόσο δυνατό για να το αγνοήσω και να φύγω σαν να μην έγινε ποτέ.




Οι περισσότεροι ίσως ξεχάσουν αυτά τα λόγια
 όταν ξεχάσουν πια τη σημασία της λέξης
άνθρωπος...ίσως κι εγώ