Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Always remember. You HAVE to!

ΓΟΝΕΙΣ

Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να σκεφτείς λίγο και να επεξεργαστείς στο μυαλό σου την παραπάνω λέξη.Έστω και για 1 λεπτό.
Μην προχωρήσεις παρακάτω στο άρθρο αν πρώτα δεν θυμηθείς!










Βλέπεις τι εννοώ;
Δεν μπορείς να προσπεράσεις τη λέξη, πόσο μάλλον τους ανθρώπους εκείνους!


Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τους θυμηθείς, όπως εκείνοι εσένα όταν:
είχες χτυπήσει.~Έφερναν τα πάνω κάτω για να βρουν γάζες,μπαμπάκι,μπενταντίν.
δεν ήσουν καλά~Σε καταλάβαιναν και σε βοηθούσαν.
έκλαιγες.~Σε άφηναν στην μεγάλη,ζεστή,απαλή αγκαλιά τους περιμένοντας να ηρεμήσεις, όσο κι αν έπαιρνε αυτό.
χρειάστηκες βοήθεια.~Ήταν πάντα στη διάθεση σου, πάντα σε ετοιμότητα, πάντα οι πιο πιστοί σου βοηθοί.
ήσουν άρρωστος.~Ήταν όλο το βράδυ απο πάνω σου να ελέγχουν τη θερμοκρασία σου, χωρίς να τους νοιάζει αν εκείνοι κουραστούν.
κάτι σου πήγαινε στραβά.~Σε άκουγαν με προσοχή και σε συμβούλευαν.

Να τους θυμηθείς όταν:
πήρες το δίπλωμα, πήρες καλούς βαθμούς,πέρασες στη σχολή που ήθελες και δεν τους ένοιαξαν τα χιλιόμετρα γιατί ήταν αυτό που ήθελες.
τους έκανες περήφανους με τις πράξεις και με τα λόγια σου, όταν τους είπες Σ'ΑΓΑΠΩ.Το θυμάσαι αυτό; Θυμάσαι εκείνο το λαμπερό,δυνατό χρώμα που έπαιρναν τα μάτια τους όταν τους έλεγες αυτή τη συγκεκριμένη λέξη; Το χρώμα της υπερηφάνειας,η λάμψη της συγκίνησης που ανταμοίβονται οι κόποι τους.




Βλέπεις; Εκείνοι ήταν πάντα εκεί, μαζί σου ακόμα κι αν δεν τους έβλεπες...
Εσύ γιατί να μην είσαι;
ΓΙΑΤΙ;
Επειδή δεν σου πήραν τα ρούχα που ήθελες;
Επειδή μια φορά επιχείρισαν να μαγειρέψουν χοχλιούς;
Επειδή σήκωσαν το τηλέφωνό σου;
Επειδή άλλαξαν κανάλι στην τηλεόραση ή στην έκλεισαν;
Επειδή σου έκλεισαν τον υπολογιστή όταν καθόσουν με τις ώρες;
Eπειδή σε έπριζαν στο "ΔΙΑΒΑΣΕ";
Επειδή δεν βρίκαν το περιοδικό που ήθελες;
Επειδή δεν σε άφησαν να κάτσεις πιο αργά κάπου έξω;
Επειδή δεν σου πήραν παγωτό;
Επειδή σου έβαλαν τις φωνές κάποτε;
Επειδή σου τραβούσαν το αυτάκι που και που;
Επειδή σε τσάτισαν;

Ή μήπως επειδή σου άνοιξαν τα μάτια, σου έφτιαξαν ήθος και χαρακτήρα, σε προστάτευσαν;
Γιατί στην πραγματικότητα αυτό έκαναν, ακόμα κι αν εσύ δεν το έβλεπες...

Αγαπητέ Αναγνώστη, έχω να σου δηλώσω πως συχαίνομαι να βλέπω να φωνάζουν και να βρίζουν τους γονείς τους, να τους κλείνουν σε ιδρύματα γιατί έχουν μια πολυάσχολη ζωή που δεν τους χωράει[έτσι νομίζουν δηλαδή!] Να τους θυμώνουν για υλικά αγαθά- άχρηστα μπροστά στην αγάπη που τους παρέχουν-που δεν μπόρεσαν να τους αγοράσουν.
Έχω να σου δηλωσω επίσης, ότι κι εγώ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΗ, όμως προσπαθώ ΝΑ ΓΙΝΟΜΑΙ!

Άνοιξε τα μάτια σου και δες.
Άνοιξε την καρδιά σου και βρες τους.
Άνοιξε το μυαλό σου και σκέψου.
Ποτέ δεν είναι αργά να τους πεις ένα ξεχασμένο Σ'ΑΓΑΠΩ.
Ποτέ δεν είναι αργά να τους επισκεφτείς αν δεν είσαι κοντά τους.
Ποτέ δεν είναι αργά για τη φροντίδα που τους αξίζει.

Όταν ήσουν  μικρός τους χρειαζόσουν, τώρα που μεγάλωσες χρειάζονται εκείνοι εσένα.


Always remember
The only thing which they care about is to be happy  and safe*even If they aren't

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Η βαλίτσα των αναμνήσεων

Τόπος: κρεβάτι
Κατάσταση: μπερδεμένη

Ησυχία...
Μόνο αυτοί οι ξεχωριστοί ήχοι που ακούγονται είναι αρκετοί για να με κάνουν να ξεφύγω για λίγο από όλες τις πιέσεις της καθημερινότητας-που καταφθάνει ξανά σε λίγο καιρό, πιο ισχυρή-, να ησυχάσω, να αναπολήσω το χρόνο που έχει περάσει και να θυμηθώ...
Το θρόισμα των φύλλων καθώς τα σκορπίζει ο άνεμος, ο γαλήνιος-μόνο όταν κοπάζει ο άνεμος- και ο άγριος-ροκ θα έλεγα-ήχος της βροχής σαν ένα μικρό κρυμμένο κασετόφωνο, καθώς πέφτει στο χώμα, στα κεραμίδια, καθώς πέφτει στην υγρή τώρα πια γη είναι αρκετά για να με κάνουν να θυμηθώ ή και να ξεχάσω...
Τα πουλιά που γεμίζουν το οπτικό μου πεδίο,από όμορφα σχήματα καθώς πετούν στον απέραντο γκρίζο ουρανό και οι μικρές ακτίνες φωτός που ξεφεύγουν από τα σύννεφα,που και που,γεμίζουν το δωμάτιο με πινελιές αισιοδοξίας.
Όλα είναι αρκετά για να με γαληνέψουν -τα βλέφαρα μου βαραίνουν εμποδίζοντας με να δω, τελικά τα αφήνω να κλείσουν και αφήνομαι στα χέρια του Μορφέα...


*...Βρίσκομαι κάπου στη μέση του πουθενά, κάπου κενά και...ξαφνικά βλέπω εκείνη να τρέχει προς το μέρος μου,φορώντας το πιο ζεστό χαμόγελο που είχα δει πάνω της κι εγώ με τη σειρά μου της ανταπέδωσα ένα εξίσου ζεστό χαμόγελο-το μέρος είχε πλημμυρίσει από ακτίνες φωτός. Άρχισα να τρέχω κι εγώ προς εκείνη. Την πλησίαζα, όλο και πιο κοντά μα καθώς επιτάχυνα το χαμόγελό της πάγωσε, με κοίταζε με...απέχθεια και τότε κατάλαβα. Το χαμόγελο δεν προοριζόταν για εμένα, δεν έτρεχε καν προς εμένα. Σταμάτησα να τρέχω καθώς προσπαθούσα να την καταλάβω. Εκείνη όμως συνέχισε να τρέχει και τελικά με προσπέρασε, χωρίς καν να με κοιτάξει. Έμεινα να την κοιτάω με απορία και ξαφνικά...χάθηκε, εξαφανίστηκε. Τότε τα πάντα σκοτείνιασαν.*

Φως...
Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα, ήταν υγρά... προσπαθούσα να καταλάβω γιατί αλλά μάταια, δεν θυμόμουν τίποτα.
Έμεινα να κοιτάω έξω για λίγο.
<<Εφιάλτης θα ήταν>> ψιθύρισα στον εαυτό μου.
Έστριψα το κεφάλι μου να δω το ρολόι που έδειχνε 6.42, μάλλον από(παρά)κοιμήθηκα αφού πριν "λίγο" ήταν 4 και... τέλος πάντων δεν θυμάμαι πόσο.
Ησυχία,ξανά.

Τελικά έπιασα την κιθάρα κι άρχιζα να παίζω το αγαπημένο μου κομμάτι!
<<Κάποιος θέλει να διαβάσει εδώ πέρα...>> ακούστηκε από το διπλανό δωμάτιο.
<<Οο υπέροχα...δεν κοιμάται>> είπα στον εαυτό μου και αναγκάστηκα να αφήσω την κιθάρα πάλι στη θέση της.
Το στόμα μου ήταν αρκετά στεγνό και με ενοχλούσε οπότε κατέβηκα στην κουζίνα να πιω νερό.
Έκανα και έναν έλεγχο στα υπόλοιπα δωμάτια για επιπλέον θύματα του Μορφέα.
Όπως το φανταζόμουν, οι γονείς μου παραμένουν από τους εκλεκτούς του, κι έβγαλα ένα πνιχτό γέλιο.
Μέχρι να κατέβω τα πόδια μου είχαν παγώσει λες και περπατούσα πάνω σε χιόνι αφού ήμουν ξυπόλητη-όπως πάντα.
Πήρα το εξίσου παγωμένο μου νερό κι ανέβηκα στο δωμάτιο μου να διαβάσω ένα βιβλίο.
Βούτηξα στα ζεστά σκεπάσματά μου που με περίμεναν κι άρχισα να διαβάζω μανιωδώς.
Τελικά, μετά από πολλή σκέψη, θάρρος και τόλμη-αυτά,νομίζω, είναι απαραίτητα για να εισέλθει κάποιος στο δωμάτιό της αδερφής μου,- ή μάλλον μόνο για εμένα ισχύουν...-πήγα στο δωμάτιο της  να κάτσω.
Κατάλαβα πως είχε τελειώσει-halleluujaah-αφού δεν μου ήρθε κανένα βιβλίο στο κεφάλι-ευτυχώς.


Αρχίσαμε να μιλάμε, να γελάμε και να κάνουμε βλακείες...
μέχρι που μας αναστάτωσε ένας ήχος.

<<Ντριιν>> Ήταν το κουδούνι.
Κοιταχτήκαμε-μου έκανε νόημα να πάω να ανοίξω κι εγώ της ανταπάντησα στην νοηματική μας γλώσσα να πάει να ξυπνήσει τους ''εκλεκτούς".
Κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες και πρόλαβα να ανοίξω πριν να φύγει-όποιος κι αν ήταν.
<<Παρακαλώ;>>
<<Καλησπέρα!>> είπε με χαρά μια ''άγνωστη'' φωνή.
<<Καλησπέρα! Ποιος είναι;>>
Και τότε τον είδα...
Κοκάλωσα.
Αμέσως, σαν αναλαμπή άρχισε να διαδραματίζεται μέσα στο μυαλό μου το όνειρο.

Στεκόταν ακριβώς μπροστά μου, τόσο ψεύτικος... κι όμως αληθινός.
Ήταν εκεί, δεν πίστευα στα μάτια μου!
Μα πώς, γιατί, αφού... κτλ, κτλ είχαν ρημάξει τις μηχανές που με κόπο δούλευαν, για να ξεμπλοκάρουν το-κουρασμένο από ερωτήματα- μυαλό μου.
Τελικά, αξιώθηκα να δώσω το χέρι μου για χειραψία κι έπειτα να τον καλωσορίσω.
Καθίσαμε και τα είπαμε λίγο, αλλά  αυτές οι στιγμές αμηχανίας που υπήρχαν με εμπόδιζαν να συνεχίσω την κουβέντα. Ήμουν χαμένη στις σκέψεις μου,μέχρι που κατέβηκαν οι γονείς μου(εκλεκτοί)-ευτυχώς δηλαδή, αλλιώς θα αναρωτιόταν ο άνθρωπος πόσο αγενής μπορεί να γίνει κάποιος μέσα σε κάτι χρόνια. Έλεος...
Μαμά, Μπαμπά respect, σας ευχαριστώ!

Ομολογώ, πως μου είχε λείψει, αλλά τίποτα δεν αναπληρώνει το κενό που μου άφησε εκείνη όταν έφυγε.Φυσικά, εκείνη ήταν η πρώτη που μου έλειπε-και θα συνεχίσει!
Ακόμα, θυμάμαι εκείνα τα θεσπέσια, υπέροχα, όμορφα, γεμάτα καλοκαίρια που είχα περάσει μαζί της.
Εγώ, η Μαριανίνα κι αυτή. Εμείς οι τρεις-μαζί!
Τότε που κατασκηνώναμε στην αυλή ή παίζαμε μήλα, τότε που μας έβαφε ή παίζαμε σχολείο. Τότε που προσποιούμασταν πως ήμασταν κατάσκοποι ή τότε που κάναμε ποδήλατο και τρέχαμε στα λιβάδια. Τότε που κάναμε τις μάγισσες ή τότε που κάναμε πως ήμασταν εκείνοι στο ''Smile, είναι η Candy Camera''-πραγματικά διαβολάκια. Τότε που ξενυχτούσαμε μιλώντας ή που παίζαμε σκοινάκι ''κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, μπλε, άσπρο, μαύρο, ροζ, καφέ''. Τότε που την άφηνα-σαν το δεύτερό μου εγώ- να γράφει στο κρυφό μου ημερολόγιο ή που της εκμυστηρευόμουν τα πάντα.
Τότε που ήταν εδώ, μαζί μας...
Αλήθεια, μου λείπει αφάνταστα, απλά είναι το κενό που με συμπληρώνει.
Όταν όμως, συνέβησαν κάποιες καταστάσεις δύσκολες, οι σχέσεις μας άρχισαν να διαλύονται, την βλέπαμε αραιά και που ή και αν...Κι αυτό με πονούσε βαθιά στην τότε αγνή ψυχή μου και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί...
Γιατί οι-όχι και οι καλύτερες-σχέσεις που είχαν κάποιοι συγγενείς μας έπρεπε να επηρεάζουν κι εμάς;
Είναι τόσο άδικο!

Το μόνο που ήθελα, ήταν να είχε έρθει κι εκείνη, να μας είχε επισκεφθεί, έστω, για μια φορά.
Να την χάζευα, καθώς τώρα πια θα έχει γίνει ολόκληρη κοπέλα. Να την αγκάλιαζα σφιχτά, μέχρι να σκάσει-αυτό της αρμόζει, φυσικά!
Βέβαια, δεν τόλμησα να τον ρωτήσω τίποτα σχετικά με εκείνη γιατί δεν ήθελα να περιπλέξω τα πράγματα ή να τον φέρω σε δύσκολη θέση.

Νομίζω, μου αρκεί που ήρθε κρατώντας μου μια βαλίτσα γεμάτη αναμνήσεις και τον ευχαριστώ!