Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Μοναχικός λύκος.

Ανενόχλητος από κάθε μελωδική κίνηση της φύσης, της ζωής που ξετυλιγόταν σε εκείνον, στεκόταν εκεί. Ακριβώς εκεί που τελείωνε η πλαγιά την οποία η δική του αγέλη είχε κατακτήσει, κι ακριβώς εκεί που άρχιζε η απαγορευμένη ζώνη για κάθε μέλος της αγέλης. Ακριβώς πάνω στην αόρατη διαχωριστική γραμμή, ακριβώς στη μέση.
Ήσυχος και σκεπτικός όπως ήταν εξέταζε τις δύο πλαγιές σε κάθε ανεπαίσθητη λεπτομέρεια που τις αποτελούσε.  Κοιτώντας τα γνώριμα μέρη της δικής του πλαγιάς, είδε τα υπόλοιπα μέλη. Είδε αναμνήσεις να περνούν από τα μάτια του αστραπιαία κόβοντας του την ανάσα για λίγο. Αναμνήσεις γλυκές και πικρές που τον όριζαν ως λύκο. Συναισθήματα που τον είχαν αιχμαλωτίσει για πάντα. Η αλήθεια είναι ότι ήταν καρφωμένα τόσο βαθιά στην ολοζώντανη καρδιά του, που μόλις είχαν αρχίσει να τον πονούν. Κοίταξε τον ξάστερο ουρανό. Έμεινε να τον κοιτάζει για ώρα προσπαθώντας να αλλάξει εικόνες. Ήδη, όμως, ήταν αργά.  Εικόνες και αναμνήσεις έγιναν ένα με σκοπό να τον τρελάνουν. Συνδυασμός θανατηφόρος. Είχαν καταβροχθίσει με τόση μανία τα κύτταρα ζωτικότητας του. Τα πάντα εξασθενούσαν μέσα του. Η καρδιά του έκλαιγε. Σιωπηλά, ούρλιαζε με τόση δύναμη που έσπαγε κόκαλα-τα δικά του. Ξέσπαγε σε λυγμούς ατελείωτους. Ένα δάκρυ κύλησε ανενόχλητα  πάνω στην τριχωτή μουσούδα του. Και τότε ήταν που έχασε κάθε έλεγχο του εαυτού του. Σαν κάτι να τον είχε κυριέψει και να του είχε πάρει κάθε δύναμη αντίστασης που είχε παλιότερα, άρχιζε να τρέχει. Να τρέχει παρέα με τον άνεμο-ίσως και πιο γρήγορα- προς την απαγορευμένη ζώνη. Έτρεχε να ξεφύγει, δίχως να τον νοιάζει που κατευθυνόταν. Δεν οριζόταν σίγουρα από καμιά αναστολή τη στιγμή εκείνη. Τίποτα, μα τίποτα, δεν θα τον σταματούσε από την αποφυγή του. Χωρίς να βλέπει μπροστά του τίποτα πέρα από το απόλυτο σκοτάδι, έτρεχε. Κι έπεφτε και ξανασηκωνόταν, και κατρακυλούσε σε γκρεμούς και κολυμπούσε στα ρεύματα.  Όμως τίποτα δεν τον σταματούσε, μέχρι να μπει και η κούραση στο παιχνίδι που πράγματι τον είχε καταβάλλει εδώ και ώρα. Έκατσε να ξαποστάσει για λίγο, μα ήταν τόσο εξαντλημένος που αποκοιμήθηκε.
Καινούρια αρώματα, άγνωστοι ήχοι κι ένας ήλιος τόσο σκοτεινός τον ξύπνησαν αμέσως το επόμενο πρωί. Ο λύκος, ανοίγοντας τα μελί μάτια του, αντίκρισε το άγνωστο μέρος. Τώρα πια ένιωθε ασφαλής, μακριά από κάθε συνήθεια που θα τον σκότωνε.
Σήκωσε το ανάστημα του αποφασισμένος να κάνει τη νέα αρχή που εδώ και καιρό κατοικούσε στο νου του κρυφά.

Λύκος αήττητος.
Λύκος μοναχικός σαν ήταν...

1 σχόλιο:

Μου αρέσει